Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Sri Aurobindo (Μέρος Πρώτο)


Ο Sri Aurobindo, (Ωρομπίντο Γκος) γεννήθηκε στην Καλκούτα στις 15 Αυγούστου 1872, από Ινδούς γονείς. Για δεκατέσσερα χρόνια, από το 1879 μέχρι το 1893, έζησε στην Αγγλία όπου σπούδασε πρώτα στο Σαιντ Πωλ, όπου έμαθε ελληνικά και λατινικά, και δαπάνησε τρία χρόνια στην ανάγνωση της λογοτεχνίας, ιδιαίτερα στην Αγγλική ποίηση και αργότερα στο Κίνγκς Κόλλετζ του Κέμπριτζ με υποτροφία για δύο χρόνια. Σύμφωνα με τις κατηγορηματικές εντολές του πατέρα του, οι σπουδές του είχαν μιαν ολοκληρωτικά δυτική κατεύθυνση και του είχε απαγορευθεί οποιαδήποτε επαφή με την Ινδική και Ασιατική πολιτιστική παράδοση. Η μόρφωση λοιπόν που πήρε ο Ωρομπίντο του παρείχε μιαν ευρεία εισαγωγή στον πολιτισμό της αρχαίας, μεσαιωνικής και σύγχρονης Ευρώπης. Ευφυέστατος σπουδαστής Ελληνικών και Λατινικών, έμαθε Γαλλικά ήδη από την παιδική του ηλικία και ήταν αυτοδίδακτος στα Γερμανικά και Ιταλικά, ικανός να διαβάσει Γκαίτε και Δάντη στο πρωτότυπο. Στις πτυχιακές εξετάσεις του Κέμπριτζ του δόθηκε τιμητική διάκριση για την Αρχαία Ελληνική και Λατινική ποίησή του.

Τον Ιανουάριο του 1893 έφυγε από την Αγγλία, και για τα επόμενα δεκατρία χρόνια δούλεψε στην Μπαρόντα της Ινδίας σαν γραμματέας του Μαχαραγιά και υποδιευθυντής του εκεί Κολλεγίου. Τα χρόνια αυτής της περιόδου ήταν γι' αυτόν χρόνια αυτοκαλλιέργειας, λογοτεχνικής δραστηριότητας (η περισσότερη από την ποίησή του, που δημοσιεύθηκε αργότερα στο Ποντισερύ, γράφτηκε αυτή την εποχή) και προετοιμασίας για τη μελλοντική του δουλειά. Έμαθε Σανσκριτικά και διάφορες σύγχρονες Ινδικές γλώσσες και αφομοίωσε το πνεύμα του Ινδικού πολιτισμού στις παρελθούσες και σημερινές μορφές του. Το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων χρόνων αυτής της περιόδου το πέρασε σε μυστική πολιτική δραστηριότητα, επειδή η θέση του στη Διοικητική Υπηρεσία της Μπαρόντα του απαγόρευε το δικαίωμα της πολιτικής δράσης. Το ξέσπασμα όμως της κινητοποίησης εναντίον της διχοτόμησης της Βεγγάλης το 1905 του έδωσε την ευκαιρία να παραιτηθεί και να προσχωρήσει ενεργά πλέον στο πολιτικό κίνημα. Έφυγε από την Μπαρόντα το 1906 και πήγε στην Καλκούτα, όπου διορίσθηκε διευθυντής του μόλις τότε ιδρυθέντος Εθνικού Κολλεγίου της Βεγγάλης.

Η πολιτική του δράση κάλυψε οκτώ χρόνια: από το 1902 μέχρι το 1910.
Κατά τη διάρκεια των πέντε πρώτων χρόνων αυτής της περιόδου, δούλεψε στο παρασκήνιο, προετοιμάζοντας με άλλους συνεργάτες την απαρχή του κινήματος του Σουαντέσι (Ινδικού Σιν Φέιν), μέχρις ότου η αναταραχή στη Βεγγάλη παρουσίασε ένα άνοιγμα για τη δημόσια παρουσίαση μιας πιο προωθημένης και άμεσης πολιτικής δράσης και αλλαγής από τον μέτριο ρεφορμισμό, που ήταν η μέχρι τότε ιδεολογία του Εθνικού Ινδικού Συνέδριου. Ο Ωρομπίντο έπεισε τους ηγέτες της επιτροπής στη Βεγγάλη να παρουσιασθούν δημόσια σαν ένα παν-Ινδικό κόμμα με συγκεκριμένο και εντατικό πρόγραμμα, και να επιτεθούν στην τότε κυρίαρχη μετριοπαθή (ρεφορμιστική ή φιλελεύθερη) ολιγαρχία των βετεράνων πολιτικών, και να τους πάρουν το Συνέδριο και τη χώρα. Αυτή ήταν η αφετηρία της ιστορικής διαμάχης μεταξύ Μετριοπαθών κι Εθνικιστών (οι αντίπαλοί τους, τους αποκαλούσαν Εξτρεμιστές), που σε διάστημα δύο χρόνων άλλαξε τελείως το πρόσωπο της Ινδικής πολιτικής.

Το εκτελεστικό του πρόγραμμα είχε κοινά γνωρίσματα με την πολιτική γραμμή του Σιν Φέιν, που δημιουργήθηκε λίγα χρόνια αργότερα στην Ιρλανδία. Ο Ωρομπίντο ήλπιζε να κατακτήσει το Συνέδριο και να το κάνει το διευθυντικό κέντρο μιας οργανωμένης εθνικής δράσης, ένα ανεπίσημο Κράτος εν Κράτει, που θα συνέχιζε τον αγώνα για ελευθερία μέχρι την τελική νίκη. Έπεισε το κόμμα να αποδεχθεί και να χρηματοδοτήσει σαν το αναγνωρισμένο κομματικό του όργανο την πρόσφατα ιδρυθείσα εφημερίδα Μπαντέ Ματαράμ, της οποίας ήταν ο αρχισυντάκτης. Η πολιτική γραμμή της Μπαντέ Ματαράμ, από την αρχή του 1907 μέχρι το απότομο τέλος της το 1908, όταν ο Ωρομπίντο ήταν στη φυλακή, κατευθυνόταν ολότελα από τον ίδιο και κυκλοφορούσε σχεδόν από την αρχή της σ' ολόκληρη την Ινδία. Κατά τη διάρκεια της σύντομης, αλλά βαρυσήμαντης για τη χώρα ύπαρξής της, άλλαξε την πολιτική σκέψη της Ινδίας, η οποία, βασικά, ακόμα διατηρεί τη σφραγίδα που της προσδόθηκε τότε. Όμως ο αγώνας που εγκαινιάστηκε πάνω σ' αυτές τις γραμμές, παρότι σφοδρός και ταραχώδης και γεμάτος από τη σπουδαιότητα του μέλλοντος, δεν βάστηξε πολύ. Όχι μόνον η χώρα δεν ήταν ακόμα ώριμη για ένα τόσο τολμηρό πρόγραμμα, αλλά και οι Άγγλοι κατακτητές δεν κάθισαν με σταυρωμένα τα χέρια.

Ο Ωρομπίντο Γκος διώχθηκε ποινικά για ανατροπή του καθεστώτος το 1907, αθωώθηκε όμως, και μετά την αποφυλάκισή του βγήκε πλέον στο προσκήνιο σαν ο αναγνωρισμένος αρχηγός του κόμματός στη Βεγγάλη. Το 1908 φυλακίστηκε πάλι για ένα χρόνο, κι αυτήν τη φορά, όταν βγήκε από τη φυλακή της Άλιπορ το Μάιο του 1909, βρήκε την οργάνωση του κόμματος διαλυμένη, τους ηγέτες του διασκορπισμένους, φυλακισμένους, απελασμένους ή αυτοεξόριστους και το ίδιο το κόμμα υπαρκτό μεν αλλά άφωνο, καταπτοημένο κι ανίκανο για οποιαδήποτε επίπονη προσπάθεια. Για έναν περίπου χρόνο πάσχισε αβοήθητος και σαν ο μόνος εναπομείναντας αρχηγός των Εθνικιστών στην Ινδία να επαναφέρει στη ζωή το κίνημα. Δύο εβδομαδιαίες εφημερίδες ήταν ο καρπός αυτής της περιόδου: ο Κάρμα-γιόγκι και το Ντάρμα. Η προσπάθειά του όμως να αναστηλώσει το κίνημα ήταν άκαρπη, και τελικά αναγκάστηκε να αναγνωρίσει πως το έθνος δεν ήταν ακόμα επαρκώς έτοιμο για την πολιτική γραμμή και το πρόγραμμά του. Όχι μόνο δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα γι' αυτού του είδους τα κινήματα, αλλά κι αυτός ο ίδιος δεν ήταν ο προορισμένος ηγέτης τους.

Εκτός αυτού, από τον καιρό της φυλάκισής του στην Άλιπορ, είχε στραφεί τελείως στην πρακτική της Γιόγκα, με αποτέλεσμα η εσώτερη πνευματική του ζωή να τον πιέζει να συγκεντρωθεί όλο και πιο αποκλειστικά σ' αυτή την πρακτική, γι' αυτό και αποφάσισε να αποχωρίσει από το πολιτικό πεδίο για ένα διάστημα, έτσι τουλάχιστον πίστευε τότε. Το Φεβρουάριο του 1910 αποσύρθηκε από την ενεργή δραστηριότητα και στις αρχές Απριλίου πήρε το πλοίο για το Ποντισερύ της Γαλλικής Ινδίας. Τον ίδιο καιρό ασκήθηκε εναντίον του μια ακόμα ποινική δίωξη για κάποιο άρθρο του στον Κάρμα-γιόγκι, ακυρώθηκε όμως από το Ανώτατο Δικαστήριο της Καλκούτας και, για τρίτη φορά, απέτυχε η δίωξη εναντίον του. Ο Ωρομπίντο έφυγε από τη Βεγγάλη με την πρόθεση να επιστρέψει στο πολιτικό πεδίο κάτω από πιο ευνοϊκές συνθήκες, σύντομα όμως συνειδητοποίησε τις διαστάσεις της πνευματικής εργασίας που είχε αναλάβει και είδε πως χρειαζόταν όχι μόνο την αποκλειστική του προσοχή αλλά και τη συγκέντρωση όλων των ενεργειών του. Διέκοψε λοιπόν τις διασυνδέσεις με την πολιτική, αρνήθηκε επανειλημμένα να αναλάβει την Προεδρία του Εθνικού Συνεδρίου και αποσύρθηκε τελείως από το πολιτικό προσκήνιο.


Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Ποντισερύ από το 1910 μέχρι το θάνατό του το Δεκέμβριο του 1950, παρέμεινε αποκλειστικά αφοσιωμένος στην πνευματική του δουλειά και σάντανα (πνευματική άσκηση). Το 1914, μετά από τέσσερα χρόνια σιωπηρής Γιόγκα, άρχισε την έκδοση του Άρυα, ενός μηνιαίου φιλοσοφικού περιοδικού όπου δημοσίευσε τα σπουδαιότερα από τα έργα του. Αυτά τα έργα ήταν η υλική υπόσταση της εσώτερης γνώσης που απέκτησε μέσω της πρακτικής της Γιόγκα του και αφορούν το πνεύμα και τη σημασία του Ινδικού πολιτισμού και πολιτιστικής κληρονομιάς, το αληθινό νόημα της Βέντα, την πρόοδο της ανθρώπινης κοινωνίας, τη φύση και την εξέλιξη της ποίησης, τη δυνατότητα της ενοποίησης της ανθρώπινης φυλής. Αυτή την περίοδο άρχισε να δημοσιεύει και ποίηση. Ο Άρυα σταμάτησε να εκδίδεται το 1921, μετά από εξήμισι χρόνια συνεχούς έκδοσης.

Στην αρχή ο Ωρομπίντο ζούσε απομονωμένος στο Ποντισερύ, με τέσσερις-πέντε συντρόφους-μαθητές που τον είχαν ακολουθήσει από τη Βεγγάλη. Σιγά-σιγά όμως όλο και περισσότεροι άρχισαν να έρχονται για να ακολουθήσουν τον πνευματικό του δρόμο, κι ο αριθμός τους μεγάλωσε τόσο, ώστε να θέσει τελικά τα θεμέλια του Σρι Ωρομπίντο Άσραμ, κοινότητα που αναπτύχθηκε μάλλον γύρω του παρά δημιουργήθηκε.

Ο Σρι Ωρομπίντο άρχισε την πρακτική της Γιόγκα του το 1905. Πρώτα συγκέντρωσε τα πλέον ουσιώδη στοιχεία της πνευματικής εμπειρίας μέσα από τα μονοπάτια της θείας μέθεξης και πνευματικής πραγμάτωσης που είχε μέχρι τότε ακολουθήσει η Ινδία, αργότερα όμως συνέχισε με την έρευνα μιας πιο ολοκληρωμένης εμπειρίας στην οποία ένωσε κι εναρμόνισε τα δύο άκρα της ύπαρξης, το Πνεύμα και την Ύλη.

Οι περισσότεροι τρόποι της Γιόγκα είναι μονοπάτια προς το Υπερβατό που οδηγούν προς το Πνεύμα και  που τελικά απομακρύνονται από τη ζωή. Ο Σρι Ωρομπίντο ανυψώνεται προς το Πνεύμα, για να ξανακατέβει όμως με τα οφέλη του στην Ύλη και να φέρει το φως και τη δύναμη και την ευδαιμονία του Πνεύματος στη ζωή, με σκοπό να τη μετασχηματίσει. Σύμφωνα με αυτή την άποψη ή ενόραση των πραγμάτων, η παρούσα ύπαρξη του ανθρώπου στον υλικό κόσμο είναι μια ζωή στην Άγνοια κι έχει τη βάση της στο Μη-συνειδητό, αλλά, ακόμα και στο σκοτάδι της άγνοιάς της, ενυπάρχει κιόλας η προϋπόθεση της παρουσίας και οι δυνατότητες του Θείου. Ο δημιουργημένος κόσμος δεν είναι λάθος, ματαιότητα και αυταπάτη που θα παραπετάξει η ψυχή στην επιστροφή της προς τα ουράνια ή τη Νιρβάνα, αλλά είναι το σκηνικό μιας πνευματικής εξέλιξης μέσω της οποίας και μέσα απ' αυτό το υλικό Ασύνειδο, θα πραγματωθεί προοδευτικά η Θεία Συνείδηση στα πράγματα. Ο νους έχει φτάσει στην ανώτερη εξελικτική του κατάσταση, αλλά το παρόν εξελικτικό του σημείο δεν είναι και το ανώτατο προς το οποίο είναι ικανός να φτάσει. Πέραν αυτού υπάρχει ο Υπερνούς ή η αιώνια Αλήθεια-συνείδηση, που είναι από φύση της το αυτόγνωρο κι αυτόβουλο φως και η δύναμη μιας Θείας Γνώσης. Ο νους είναι η άγνοια που αναζητά την Αλήθεια, αλλά αυτή η Αλήθεια είναι μια αυθύπαρκτη Γνώση που εκδηλώνει αρμονικά το παιχνίδι των μορφών και των δυνάμεών της. Μονάχα με την κάθοδο αυτού του υπερνού θα πραγματωθεί η τελειότητα που έχει ονειρευτεί η ανθρωπότητα μέσα από τις πιο υψηλόφρονες προσδοκίες της. Με το άνοιγμα σε μιαν ανώτερη θεία συνείδηση, είναι δυνατόν ν' ανυψωθεί κανείς σ' αυτήν τη δύναμη του φωτός και της ευδαιμονίας, να ανακαλύψει τον αληθινό του εαυτό, να παραμείνει σε μια συνεχή ένωση με το Θείο και να κατεβάσει την υπερνοητική Δύναμη για το μετασχηματισμό του νου και της ζωής και του σώματος. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνατότητας έχει υπάρξει ο δυναμικός στόχος της Γιόγκα του Σρι Ωρομπίντο.

Το κεντρικό θέμα του οράματος του Σρι Aurobindo είναι η εξέλιξη της ζωής στη «θεία ζωή». Με δικά του λόγια: "Ο άνθρωπος είναι ένα μεταβατικό όν. Αυτό δεν είναι το τελικό. Το βήμα από τον άνθρωπο (όπως τον γνωρίζουμε σήμερα), στο επόμενο στάδιο εξέλιξής του πλησιάζει να εκδηλωθεί στη γη. Είναι αναπόφευκτο, διότι είναι ταυτόχρονα η πρόθεση του εσωτερικού πνεύματος και η λογική της διαδικασίας της Φύσης".

Ένα από τα κύρια φιλοσοφικά του επιτεύγματα ήταν να εισαχθεί η έννοια της εξέλιξης στη Βεδαντική σκέψη. Πρότεινε την εξέλιξη του πνεύματος μαζί με εκείνη της ύλης. Ένα από τα θεμελιώδη της φιλοσοφίας του Σρι Aurobindo είναι η αλήθεια της ύπαρξης της Πανταχού Παρούσας Πραγματικότητας η οποία υπερβαίνει το εκδηλωμένο σύμπαν και είναι εγγενής σε αυτό.  Απέρριψε μια σημαντική σύλληψη της ινδικής φιλοσοφίας που λέει ότι ο κόσμος είναι Μάγια (ψευδαίσθηση). Έλεγε ότι είναι δυνατό, όχι μόνο να ξεπεραστούν οι περιορισμοί της ανθρώπινης φύσης, αλλά και να μεταμορφωθεί εντελώς ο άνθρωπος, ζώντας στον κόσμο με μια νέα συνείδηση και ένα νέο χαρακτήρα, αντιλαμβανόμενος αυθόρμητα την αλήθεια των πραγμάτων και λύνοντας  όλα τα ζητήματα επί τη βάσει της εσωτερικής ενότητας, της αγάπης και του φωτός.

Για την θεωρία του σχετικά με την ποίηση, γράφει για τη σημασία που έχουν η τέχνη και ο πολιτισμός για την πνευματική εξέλιξη της ανθρωπότητας. Πίστευε ότι μια νέα, βαθιά, και διαισθητική ποίηση θα μπορούσε να είναι μια ισχυρή ενίσχυση για την αλλαγή της συνείδησης και της ζωής που απαιτείται για να επιτευχθεί η πνευματική μοίρα της ανθρωπότητας που οραματίστηκε. Σε αντίθεση με τη φιλοσοφία ή την ψυχολογία, η ποίηση θα μπορούσε να αποκαλύψει τόσο την πραγματικότητα του Πνεύματος όσο και την ομορφιά του.