Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Η Θύρα





-Και βλέπεις τη Θύρα, Ω Τσέλα, στο φως;

-Βλέπω τη Θύρα και ακούω μια φωνή που καλεί. Τι πρέπει να κάνω, ω Διδάσκαλε της ζωής μου;

-Πήγαινε μέσα από αυτήν τη Θύρα και μη χάνεις χρόνο ρίχνοντας ματιές προς τα πίσω στον δρόμο που έχεις διατρέξει. Προχώρα μέσα στο φως.

-Η Θύρα είναι πάρα πολύ στενή. Ω Διδάσκαλε της ζωής μου, φοβούμαι πως δε θα μπορέσω να περάσω.

-Πήγαινε πιο κοντά στη Θύρα και πιάσε το χέρι ενός άλλου προσκυνητή πάνω στον δρόμο της ζωής. Πλησίασε τη Θύρα. Μη ζητάς να μπεις σ' αυτήν μόνος.

-Δε μπορώ να δω τη Θύρα, τώρα που κρατώ το χέρι του αδελφού δεξιά και του αδελφού αριστερά. Μου φαίνεται ότι περιστοιχίζομαι από τους προσκυνητές πάνω στην οδό. Φαίνονται όμοιοι, το εξωτερικό τους είναι ένα. Μου φαίνονται ίδιοι με εμένα και συνωστίζονται γύρω από κάθε πλευρά. Δε μπορώ να δω τη Θύρα. -Προχώρησε πάνω στην Ατραπό, ω προσκυνητή στο φως και στάσου μαζί, χέρι με χέρι, μπροστά στη Θύρα του Φωτός. Τι βλέπεις;

-Η Θύρα αναφαίνεται πάλι, φαίνεται ευρύχωρη και όχι στενή όπως πρώτα. Τι ήταν αυτό που είδα πρωτύτερα; Δεν ήταν όμοιο με τη Θύρα που τώρα βρίσκεται μπροστά σε αυτόν τον όμιλο των αδελφών καθώς στέκουμε μαζί στην Ατραπό.

-Η Θύρα που είδες πρωτύτερα ήταν πλάσμα του νου σου. Μια μορφή σκέψη της χωριστικής σου δημιουργίας, κάτι που σε απομακρύνει από την Αλήθεια, πολύ στενή για το πέρασμα σου κι όμως γεμάτη από απατηλές παγίδες. Μόνο ο άνθρωπος που κρατά το χέρι του αδελφού του μπορεί να δει αληθινά τη Θύρα. Μόνο ο άνθρωπος που περιστοιχίζεται από τους πολλούς που είναι ένας, μπορεί να εισέλθει από αυτήν τη Θύρα, που κλείνεται στον άνθρωπο που ζητεί να εισέλθει σε αυτήν μόνος.

Alice A. Bailey: Οι Ακτίνες και οι Μυήσεις