Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Τι Εστί Αποκρυφισμός (Δ' Μέρος)

Η ΕΥΠΙΣΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΤΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ


Η ΑΠΟΚΡΥΦΗ επιστήμη έχει δύο εχθρούς, τον σκεπτικιστή υλιστή που αρνείται τα πάντα, και τον εύπιστο «αποκρυφίζοντα», που πιστεύει τα πάντα. Οι σοβαροί σπουδαστές πρέπει να βρουν τη Μέση Οδό ανάμεσα σε αυτό τα δυο άκρα: από τη μια, πρέπει να αποφύγουν την ευπι­στία, και από την άλλη, να αναγνωρίσουν ότι η φύση των αποδείξεων σχετικά με τα Εσωτερικά Πεδία διαφέρει από αυτήν της φυσικής επιστήμης.

Ο πνευματιστής, επειδή ξεκινάει από το υλικό πεδίο και στη συνέχεια ανεβαίνει, περνώντας μέσα από τα πυκνότερα στρώματα του Αόρατου Κόσμου, χρησιμοποιεί μια τεχνική που ικανοποιεί ακόμα και τον εργαστηριακό, ορθόδοξο επιστήμονα. Ο αποκρυφιστής όμως, δουλεύοντας εξαρχής σε πιο λεπτά πεδία, δεν μπορεί να επωφεληθεί από τα επιστημονικά όργανα ακρίβειας και για αυτό το λόγο φαίνεται να έχει παραιτηθεί από κάθε προσπά­θεια απόδειξης, θεωρώντας την τελευταία ανέφικτη. Έτσι, αρκείται στις προσωπικές του επιβεβαιώσεις.

Αυτή η κατάσταση δεν είναι καθόλου ικανοποιη­τική και ανοίγει διάπλατα την πόρτα στον τσαρλατανισμό και στην εξαπάτηση. Δεν είναι αναγκαίο κακό να επαναπαυόμαστε με μια τόσο επισφαλή άποψη, γιατί υπάρχουν τρόποι να ελέγχουμε τις ανακαλύψεις της διορατικής έρευνας, τρόποι που μας επιτρέπουν να τις αξιολογήσουμε, χωρίς να καταστρέψουμε το πείραμα.

Υπάρχουν πολλά και διάφορα αποκρυφιστικά πειράματα, αλλά δεν προτίθεμαι να αναφερθώ τώρα σε όλα, γιατί το θέμα αυτό έχει αναλυθεί αρκετά από τους πρωτεργάτες της ψυχικής έρευνας. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ ούτε στα φαινόμενα Πολτεργκέιστ. όπου πρέπει να εξετάζεται η μαρτυρία ενός αυτόπτη που δεν είναι ψυχικός. Προτιμώ να εξετάσω την ψυχική έρευνα μέσω της διόρασης, με την οποία μας εξοικείωσαν ο Ρούντολφ Στάινερ και ο Λιντμπήτερ. Είναι απαραίτητο να διαθέτουμε κάποιο κριτήριο προκειμένου να εξετάσουμε αυτό το έργο, γιατί έχουν ξεπεταχτεί ολόκληρες στρατιές ψυχικών, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι διαθέτουν ψυχική όραση και διακηρύσσουν ότι βλέπουν την αύρα των ανθρώπων, ότι διαβάζουν τις προηγούμενες ενσαρ­κώσεις τους, ή ότι μπορούν να διεξάγουν έρευνες στα Ακασικά Αρχεία και στο Αστρικό πεδίο. Αυτές οι δηλώσεις τους όμως δεν συνοδεύονται από καμία απόδειξη.

Υπάρχουν (και αυτό το παραδεχόμαστε) ση­μαντικές μαρτυρίες ότι όλα αυτά μπορούν πράγματι να συμβαίνουν, όμως σπανίζουν οι σημαντικές μαρ­τυρίες που τεκμηριώνουν ότι αυτά ισχύουν για έναν συγκεκριμένο ψυχικό.

Πρέπει, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι αποδοκιμά­ζοντας τις έρευνες κάποιου ιδιαίτερου ψυχικού, δεν απορρίπτουμε ταυτόχρονα και τον ψυχισμό αυτό καθαυτό. Για την ακρίβεια ούτε καν υποτιμούμε τον συγκεκριμένο ψυχικό, μια και κανείς δεν ξέρει καλύτερα από εκείνους που κατέχουν το χάρισμα της διόρασης, πόσο ευαίσθητη και ευάλωτη σε εσωτερικά παράσιτα είναι η τελευταία.

Όταν έχουμε να κάνουμε με αποκρυφιστικά πει­ράματα, πρέπει να υιοθετούμε δύο στάσεις και να τις κρατάμε χώρια με διάκριση: την ώρα του πειράμα­τος, πρέπει να έχουμε απόλυτη πίστη, ενώ όταν τελειώνει το πείραμα, πρέπει να είμαστε αμερόλη­πτα κριτικοί προς τα αποτελέσματα του. Η πίστη είναι αναγκαία κατά την εκτέλεση του πειράματος, γιατί η υποψία ή ο σκεπτικισμός υποβάλλεται υπο­συνείδητα στο διάμεσο ή στον πειραματιστή. Και καθώς εκείνοι που είναι απασχολημένοι με την εκδήλωση των υπερφυσικών ικανοτήτων τους βρί­σκονται σε πολύ ευαίσθητη κατάσταση, η σκεπτι­κιστική στάση εκείνων που συμμετέχουν στο πείρα­μα μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά, με αρνητικό τρόπο, την κατάληξη του πειράματος.

Αυτό συμβαί­νει γιατί, όταν αναστατώνεται ο ψυχικός, οι ικανό­τητες του «κλείνουν» αυτόματα και η αναζήτηση του περιορίζεται στην οριακή γραμμή του δικού του υποσυνείδητου, αποτυχαίνοντας έτσι να περάσει στην ανώτερη συνείδηση. Όσοι παίρνουν μέρος σε αποκρυφιστικά πειράματα θα πρέπει να αποδέχονται νοητικά τις θεωρίες στις οποίες βασίζεται το πείρα­μα και, για όσο διάστημα αυτό διαρκεί, να του δίνονται ανεπιφύλακτα. Έτσι, ο ομαδικός νους του κύκλου υποβάλλει υποσυνείδητα τον ψυχικό και τον βοηθάει να ανυψωθεί σε ένα ανώτερο πεδίο. Όταν φτάσει στο ανώτερο αυτό πεδίο, η σιγουριά και η αφυπνισμένη του συνείδηση τείνουν να ελκύσουν και τους άλλους προς τα πάνω. Έτσι, όλοι, μέχρι ένα βαθμό, έχουν την αίσθηση της παρουσίας του Αόρατου, και το συναίσθημα που δοκιμάζουν ανυ­ψώνει ακόμα πιο ψηλά τον ψυχικό, ο οποίος τότε γίνεται ικανός να προσφέρει κάτι που πραγματικά αξίζει τον κόπο. Κανένα είδος ψυχικής ικανότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει θετικά, αν δεν ανυψωθεί προηγούμενα κατά ένα επίπεδο και η συνείδηση όσων συμμετέχουν στον κύκλο.

Αυτή τη στάση όμως, θα πρέπει να την κρατάμε μόνο κατά τη διάρκεια του πειράματος. Μόλις αυτό περατωθεί, πρέπει να υιοθετούμε τη στάση του επιστήμονα και να εξετάζουμε τα αποτελέσματα του κάτω από ένα ψυχρό νοητικό φως. Η κριτική στάση μας πάντως, δεν πρέπει να περιορίζεται στην ετυμη­γορία «Αθώος» ή «Ένοχος», αλλά να περιλαμβάνει και μια τρίτη εκδοχή, το «Αναπόδεικτο». Πάρα πολλές ψυχικές έρευνες ταξινομούνται σε αυτή την τρίτη κατηγορία, γιατί χρειάζονται πρόσθετες μαρ­τυρίες. Ταυτόχρονα, κανένας πειραματιστής δεν πρέπει να αποθαρρύνεται από τις δυσκολίες που προκύπτουν στη διαδικασία της απόδειξης. Αντίθε­τα, πρέπει να επιστρατεύει όλη τη δύναμη και την εξυπνάδα του για να επινοεί νέες μεθόδους και πει­ράματα, με τα οποία το φευγαλέο αντικείμενο της ερευνάς του θα μπορεί να αποδειχτεί χειροπιαστά.

Πρέπει να θυμάται ωστόσο, ότι στον αποκρυφι­σμό υπάρχουν δύο ειδών αποδείξεις, τις οποίες θα ορίσω σαν υποκειμενικές και αντικειμενικές, αντίστοιχα. Τους νόμους της αντικειμενικής απόδειξης τους γνωρίζουμε αρκετά καλά: αφορούν διαπιστώ­σεις των φυσικών αισθήσεων, που ελέγχονται από το πείραμα και τη λογική. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχει επίσης «η μαρτυρία των πραγμάτων που δε φαίνονται», δηλαδή οι υποκειμε­νικές αποδείξεις, που εξαρτώνται από τη διαίσθη­ση.

Η διαίσθηση, όπως και το ένστικτο, είναι μια λέξη που χρησιμοποιείται αυθαίρετα και έχει πολλά νοήματα. Αυτό όμως που αντιπροσωπεύει, είναι κάτι πολύ πραγματικό και μέχρι κάποιο βαθμό, μέρος της εμπειρίας των περισσότερων ανθρώπων. Το Λεξικό της Οξφόρδης την ορίζει σαν «άμεση αντίληψη του νου χωρίς λογική διαδικασία, άμεση γνώση». Από όσα ξέρω, η ορθόδοξη ψυχολογία δεν έχει ασχοληθεί μέχρι τώρα μαζί της, παρά μόνο για να απορρίψει την ύπαρξη της. Αλλά σε αυτό, όπως και σε πολλά άλλα θέματα στα οποία η ψυχολογία έχει προσπαθήσει να διαφωνήσει με τις λαϊκές δοξασίες, οι τελευταίες δικαιώθηκαν. Και σύμφωνα με τις πιο σύγχρονες γνώσεις μας, στη φύση του υποσυνείδητου βρίσκεται κρυμμένο το κλειδί για τη διαίσθηση.

Προτείνω να ορίσουμε τη διαίσθηση σαν Υποσυ­νείδητη Νόηση, όπου οι λογικές διεργασίες εκτε­λούνται πέρα οπό το κατώφλι της συνείδησης και ο άνθρωπος λαμβάνει γνώση ορισμένων στοιχείων τα οποία μπορεί να μην έχουν εμφανιστεί ποτέ στο συνειδητό. Με αυτή τη μορφή νόησης αντιλαμβανόμαστε μόνο το τελικό αποτέλεσμα, ενώ τα προηγούμενα στάδια της διεργασίας παραμένουν κρυμμέ­να. Για αυτό το λόγο, η διαίσθηση χαρακτηρίζεται «άμεση και χωρίς λογική».

Όταν επιπρόσθετα των γνώσεων μας για τη φύση του υποσυνείδητου, αντιληφθούμε καλά και την ύπαρξη των πιο λεπτών αισθήσεων (εκτός από τις 5 που γνωρίζουμε), τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι το υποσυνείδητο μπορεί να εμπεριέχει στοιχεία προς επεξεργασία, για τα οποία ο συνειδητός νους δε γνωρίζει τίποτα, και αυτά τα ευρήματα δε θα πρέπει να αγνοηθούν. Από την άλλη όμως, έχοντας υπόψη μας ότι το υποσυνείδητο έχει και αυτό απωθημένα συμπλέγματα, καταλαβαίνουμε ότι τα ευρήματα δε θα πρέπει να γίνονται αποδεκτά με κλειστά τα μάτια.

Για αυτό το λόγο θα πρέπει στην αποκρυφιστική έρευνα να αποδεχόμαστε δύο ειδών στοιχεία: αυτά που προκύπτουν από την παρατήρηση, και αυτά που προέρχονται από την διαίσθηση. Τα δεύτερα, όταν ελεγχτούν κατάλληλα, μπορούν να είναι το ίδιο αξιόπιστα με τα πρώτα, που κι αυτά φυσικά απαιτούν έλεγχο, όπως παραδέχονται όλοι εκτός από τους πολύ αφελείς. Ωστόσο, ας μην κάνουμε το λάθος να συγχέουμε το ένα είδος με το άλλο.

Στους αποκρυφιστικούς κύκλους ακούμε συχνά ορισμένους να αναφέρονται στην υποκειμενική απόδειξη σαν να είναι ταυτόσημη με την αντικειμενική. Κάνουν ανα­φορές στην Ατλαντίδα, σε προηγούμενες ενσαρκώσεις και σε Δάσκαλους, λες και κατέχουν οριστικές, αντικειμενικές αποδείξεις. Όταν όμως, τους ζητη­θούν αυτές οι αποδείξεις, ακόμα και ο «πιστός» θυμώνει με την ανεπάρκεια τους ή και την καθολική απουσία τους.

Θυμάμαι ότι η είσοδος μου στον αποκρυφισμό καθυστέρησε πολλά χρόνια εξαιτίας της κριτικής μεθόδου που ακολουθούσα. Μου πα­ρουσιάζονταν φαινόμενα που δεν ευσταθούσαν ούτε στην πιο επιπόλαιη εξέταση. Κι εγώ, κρίνοντας το σύνολο από το δείγμα, αναθεμάτιζα όλο το σύστημα. Τώρα γνωρίζω ότι είχα να κάνω με υποκειμενικά στοιχεία που ήταν βάσιμα στις δικές τους σφαίρες και που μπορούσαν να αποδειχτούν με τις κατάλληλες μεθόδους. Όταν, όμως, τα υποκειμενικά στοιχεία υποβάλλονται σε δοκιμασίες που είναι κατάλληλες μόνο για τα αντικειμενικά στοιχεία, αμέσως καταρρίπτονται, και όλο το σύστημα, καθώς και το άτομο που το υπερασπίζει, αμφισβητούνται.

Ας μελετήσουμε ακόμα περισσότερο τη φύση των υποκειμενικών στοιχείων. Αυτά εξαρτώνται από τρεις τύπους αντίληψης. Ο πρώτος είναι η Διαίσθη­ση, όπως ορίστηκε πιο πάνω, και της οποίας μόνο τα αποτελέσματα, και όχι η διεργασία, γίνονται αντι­ληπτά από τη συνείδηση. Ο δεύτερος τύπος αντίληψης είναι ο Συνειδητός Ψυχισμός, που προτείνω να οριστεί σαν «αντίληψη που προέρχεται από τις λεπτότερες αισθήσεις με πλήρη τη συνείδηση», χωρίς να προχωρήσω προς το παρόν, στον ορισμό των υποκατηγοριών στις οποίες μπορεί να διαιρεθεί. Και ο τρίτος τύπος αντίληψης είναι ο Υποσυνεί­δητος Ψυχισμός, όπου η σύλληψη των μερικά αναπτυγμένων ανώτερων αισθητήριων οργάνων είναι πολύ αμυδρή για να αγγίξει τη συνείδηση, κι έτσι γίνεται μέρος των στοιχείων της διαίσθησης.

Τα καθαρά υποκειμενικά στοιχεία της διαίσθησης μπορούν να ανιχνευτούν με την ψυχανάλυση. Και το όραμα ενός οραματιστή μπορεί να υποστεί την ίδια ανάλυση, όπως τα όνειρα στα χέρια ενός Φροϋδικού, ανάλυση μέσω του ελεύθερου συνειρ­μού, μια τεχνική με την οποία ασχολείται η βιβλιο­γραφία της ψυχοθεραπευτικής και η οποία είναι πολύ εκτεταμένη για να την αναλύσουμε εδώ. Αρκεί να πούμε ότι ο ασθενής καθοδηγείται να παίρνει με τη σειρά κάθε ιδιαίτερο στοιχείο του ονείρου ή του οράματος, να σκέφτεται επίμονα πάνω σε αυτό και να αφήνει το νου του να περιπλανιέται ελεύθερα από αυτό το σημείο εκκίνησης, ενώ ο ψυχαναλυτής σημειώνει το πού περιπλανιέται. Όταν το άτομο είναι ειλικρινές στην προσπάθεια του, οι συνειρμοί τείνουν προς το ίδιο πάντα σημείο, το οποίο έχει κάποια ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για το άτομο, διαφορετικά, σταματούν απότομα στο ίδιο σημείο, πράγμα που δείχνει ότι το αντικείμενο του συναισθήματος έχει απωθηθεί. Αυτή η μέθοδος επιτρέπει στα ονειρικά σύμβολα να γίνουν χρήσιμο υλικό και ρίχνει άπλετο φως στις διεργασίες των κρυμμένων λειτουργιών του νου.

Στα συνηθισμένα υποκειμενικά όνειρα, το ονειρι­κό υλικό απαρτίζουν διάφορες καταπιεσμένες επιθυ­μίες, αναμνήσεις συμβάντων της ημέρας (στα οποία εξακολουθεί να ανταποκρίνεται το συναίσθημα) και ερεθίσματα που κεντρίζουν τις πέντε φυσικές αισθήσεις κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα είδη ονείρων, που θα τα ονομάσω «διαυγή όνειρα».

Αυτά διεγείρονται από εντυπώσεις που κεντρίζουν τις λεπτότερες αισθήσεις κατά τη διάρκεια του ύπνου. (Τα οράματα του ψυχικού οφεί­λονται και αυτά στον ίδιο μηχανισμό, ο οποίος λειτουργεί με τόση δύναμη, ώστε μπορεί να διεισ­δύσει ακόμα και στη συνείδηση που βρίσκεται σε εγρήγορση).

Αν τα όνειρα αυτά υποβληθούν σε ψυχανάλυση, θα φανεί ότι αντλούν το περιεχόμενο τους από το υποσυνείδητο και από το υπερσυνείδητο και δουλειά του ψυχαναλυτή είναι να κάνει διάκριση ανάμεσα σε αυτά τα δύο.

Αν τα στοιχεία που προέρχονται από την υποκει­μενική περιοχή του υποσυνείδητου χρησιμεύσουν σαν σημείο εκκίνησης για μια σειρά ελεύθερων συνειρμών, θα οδηγήσουν τη σκέψη κατευθείαν πίσω, στο σημείο από όπου προήλθαν, στο υποσυνείδητο, το οικείο στον Φροϋδικό αναλυτή.

Τα στοιχεία που αντλήθηκαν από το υπερσυνείδητο θα οδηγήσουν κι αυτά τη σκέψη εκεί από όπου πήγασαν, σε αυτή την περίπτωση, η προέλευση τους είναι το υπερσυνείδητο, και έτσι θα διασαφη­νίσουν πολύ αποτελεσματικά το νόημα του οράμα­τος. Θα παρασύρουν επίσης, μέσα στη συνείδηση ένα τεράστιο όγκο υλικού το οποίο έχει γίνει αντιληπτό από το υπερσυνείδητο, αλλά δεν είχε κατορθώσει να ξεπεράσει την άβυσσο που χώριζε τον ανώτερο εαυτό από την εγκεφαλική συνείδηση.

Όπως ακριβώς ο ονειρικός συμβολισμός θα μπορούσε να αναλυθεί στα ονειρικά συστατικά και υλικά του, έτσι και ο συμβολισμός των οραμάτων θα μπορούσε να μετατραπεί στο αντίστοιχο υλικό τους. Στη μία περίπτωση όμως, το μονοπάτι των ελεύ­θερων συνειρμών οδηγεί στο υποσυνείδητο, ενώ στην άλλη οδηγεί στο υπερσυνείδητο. Ένα επι­πλέον τεστ θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατάλληλα στο υπερσυνείδητο υλικό που έχει γίνει προσιτό με αυτό τον τρόπο. Αν χρησιμοποιηθούν λέξεις ενδεικτικές των κύριων συμβόλων και ιδεών που υπάρ­χουν στο όραμα, σε ένα τεστ «λέξης - αντίδρασης» με χρονόμετρο, σύμφωνα με τη μέθοδο του Γιουνγκ, και στη συνέχεια οι λέξεις αντίδρασης υποβληθούν σε μια πρόσθετη ανάλυση με ελεύθερους συνειρ­μούς, η προκύπτουσα απόδειξη όχι μόνο θα είναι πέρα από κάθε επίκριση, αλλά θα μας αποκαλύψει ευρύτερα τα πλούτη του ανώτερου νου.

Η χρησιμοποίηση της παραπάνω μεθόδου θα αποφέρει πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Θα αποδείξει ξεκάθαρα το υποσυνείδητο στοιχείο που είναι παρόν σε κάθε είδους ψυχισμό και θα ανοίξει επίσης, αγωγούς επικοινωνίας με τα στοιχεία του υπερσυνείδητου, φέρνοντας τα στην εγκεφαλική συνείδηση. Η χρήση του ελεύθερου συνειρμού για αυτό το σκοπό, αποτελεί μια πολύ σημαντική όψη του εσωτερικού έργου, αλλά οι τεχνικές του είναι υπερβολικά περίπλοκες για να αναλυθούν σε αυτό το βιβλίο.

Όλοι όσοι αναλαμβάνουν να δημοσιεύσουν τα αποτελέσματα αποκρυφιστικών πειραμάτων επωμί­ζονται σοβαρή ευθύνη. Θα πρέπει να είναι σίγουροι πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι έχουν καταγράψει και έχουν ερμηνεύσει τα οράματα τους σωστά, τόσο σε γενικές γραμμές σαν ιδέες, όσο και στις λεπτο­μέρειες. Θα πρέπει να αποφεύγουν με κάθε τρόπο να απαιτούν από τους αναγνώστες τους μία πίστη που γελοιοποιεί και εκείνους που τη ζητούν, αλλά και εκείνους που την δίνουν. Η Ιερή Επιστήμη δεν πρέπει να δυσφημείται, γιατί προορίζεται για τη θεραπεία των εθνών.