Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Μοναχικός Ασκητισμός





 Ή άπάθεια τής ψυχής καί ή θέωσις


Σπουδαίον στοιχείον άσκησαν έπίδρασιν έπί τής διαμορφώσεως τής φιλοσοφικής σκέψεως, ύπήρξε καί ό μοναχικός βίος. "Ηδη άπό τών πρώτων χριστιανικών αιώνων ανεπτύχθη ή μοναχική ζωή καί έδημιούργησεν ιδίαν νοοτροπίαν. Ό χριστιανικός μοναχισμός είς πολλά σημεία δύναται νά παραβληθή μέ τήν στωικήν καί κυνικήν φιλοσοφίαν. Πολλαί δέ αντιλήψεις τών Στωικών και Κυνικών έγένοντο αποδεκταί από τούς μοναχούς. Ούτω είς αποσπάσματα τών συγγραμμάτων τού έκ Πόντου καταγόμενου Εύαγρίου, καί διά τοΰτο Ποντικού έπικαλουμένου, δράσαντος κατά τό δεύτερον ήμισυ τοΰ 5ου αιώνος, χαρακτηρίζεται ή απάθεια μετά τής γνώσεως τών όντων ώς συστατικόν τής βασιλείας τών ούρανών: 


«Βασιλεία ούρανών έστίν απάθεια ψυχής μετά γνώσεως τών όντων άληθοΰς» 
(Έλλην. Πατρολ. 40, 1221). 


Ή τελείωσις τού μοναχού γίνεται κατά τόν Εύάγριον διά τής πρακτικής (ήθικής ζωής) άφ' ένός καί διά της γνώσεως αφ' έτέρου. Τό τέρμα τής πρακτικής εΐναι ή αγάπη, τής δέ γνώσεως ή θεολογία: «Πέρας μέν πρακτικής άγάπη, γνώσεως δέ θεολογία. Άρχαί δέ έκατέρων πίστις καί φυσική θεωρία». Δια τούτο ό Χριστιανισμός όρίζεται ώς «δόγμα τοΰ Σωτήρος ήμών Ιησοΰ Χριστοΰ έκ πρακτικής και φυσικής καί θεολογικής συνεστώς». Ό μοναχός ώς ένδειξιν πιστοποιούσαν ότι έφθασεν είς τήν απάθειαν έχει τό ότι αρχίζει ό νούς του νά βλέπη τό ίδικόν του φώς: «Άπαθείας τεκμήριον, νοΰς άρξάμενος τό οίκείαν φέγγος όράν» (Έλλ. Πατρολ. 40, 1232). Είς τό χωρίον τοΰτο έχομεν μίαν τών άρχαιοτέρων μαρτυριών περί τής έπί τού νού όράσεως έσωτερικού φωτός. Ή γνώσις, μάς λέγει έπίσης ό Εύάγριος, άναρπάζει τήν ψυχήν άπό τά αισθητά: «Νούς σύν Θεω πρακτικήν κατορθώσας καί προσπελάσας τή γνώσει, όλίγον ή ουδόλως τοΰ άλόγου τής ψυχής έπαισθάνεται, τής γνώσεως αύτόν άρπαζούσης μετάρσιον καί χωριζούσης τών αίσθητών» (αύτόθι) (Ό νοΰς μέ τήν βοήθειαν τοΰ Θεού αφού έπιτύχη είς τήν ήθικήν πρακτικήν ζωήν καί αφοΰ πλησιάση είς τήν γνώσιν, μικράν ή ούδεμίαν έχει αίσθησιν τοΰ αλόγου τμήματος τής ψυχής, διότι ή γνώσις τόν ανυψώνει είς τά ουράνια καί τόν χωρίζει άπό τά αϊσθητά). 


Διά της πρακτικής ασκήσεως και της θεωρητικής γνώσεως κατορθούται ή άπελευθέρωσις τής ψυχής άπό τό σώμα. Ό χωρισμός τού σώματος άπό τής ψυχής είναι, λέγει ό Εύάγριος, έργον τό όποιον έναπόκειται εις τον Θεόν. 'Αλλά και ή αρετή δύναται, δια της μελέτης του θανάτου να πραγματοποιήση τον χωρισμόν τής ψυχής άπό τοΰ σώματος: «Σώμα μεν χωρίσαι ψυχής μόνον του συνδήσαντος. Ψυχήν δέ άπό σώματος και τοΰ έφιεμένου της αρετής. Την άναχώρησιν, μελέτην θανάτου καί φυγήν τοΰ σώματος οί Πατέρες ήμών όνομάζουσιν» (Ό χωρισμός τοΰ σώματος άπό τής ψυχής είναι έργον τοΰ πραγματοποιήσαντος τον δεσμόν Θεού. Ό χωρισμός όμως της ψυχής άπό τοΰ σώματος είναι έργον εκείνου όστις ποθεί τήν αρετήν. Την άναχώρησιν άπό τον κοσμικόν βίον οι Πατέρες την ονομάζουν μελέτην θανάτου καί άπελευθέρωσιν άπό τό σώμα) (αυτόθι 1228). Ό Πλάτων εις τον «Φαίδωνα» εΐχεν όμιλήσει περί τής φιλοσοφίας ώς μελέτης θανάτου, δι' ής ή ψυχή άποκαθαίρεται άπό τήν έπαφήν με τά αισθητά. Δέν εΐχεν όμως άποφανθή αν ήτο δυνατός εις τοιούτος χωρισμός έν όσω ό άνθρωπος ζή. Ό Εύάγριος προχωρών περισσότερον βέβαιοί ότι είναι δυνατός ό τοιούτος έξαρπασμός τής ψυχής καί κατά την διάρκειαν τής έπιγείου ζωής. Ώς συνάγεται έκ χωρίου του, όπερ παραθέτει ό Β. Στεφανίδης είς τήν «'Εκκλησιαστικήν ίστορίαν» του (σελ. 392) έκ τής έκδόσεως τών προγνωστικών προβλημάτων τοΰ Έύαγρίου (Centurien), ύπό τοΰ μυστικιστοΰ τούτου διατελούντος προφανώς υπό τήν έπίδρασιν τής στωικής «περί τής δι' όλων κράσεως» θεωρίας, γίνεται άποδεκτή ώς τέρμα τής υψώσεως τής ψυχής ή συνένωσις μέ τον θεόν. «Ώς δι' άναβαθμών δι' άρετών αυτήν (τήν ψυχήν) πρός τελείαν τοΰ Θεού σύμμιξιν άναβιβάζουσιν». 'Ομοίως δε έκλαμβάνει ώς σύμμιξιν μέ τό θείον τήν θέωσιν και ό Μακάριος ό Αιγύπτιος, όπως έσημειώθη είς τά προηγούμενα. Παρομοίας δέ αντιλήψεις έξέφερε και ό κατά τά μέσα τοΰ 5ου αιώνος ζήσας Διάδοχος ό 'Επίσκοπος τής 'έν τή Ήπείρω πόλεως Φωτίκης κειμένης όπου είναι σήμερον έκτισμένη ή κώμη τής Βελλάς.
Είς τήν μοναχικήν φιλολογίαν άνήκει και ή «Λαυσαϊκή ιστορία» τοΰ περί τό 400 έπισκόπου τής έν Βιθυνία Έλενοπόλεως Παλλαδίου. Άλ' ή συγγραφή αΰτη στερείται φιλοσοφικού ενδιαφέροντος, διότι διηγείται άνέκδοτα τοΰ βίου τών μοναχών. Λαϊκόν χαρακτήρα έχει και ό «Λειμών» τοΰ 'Ιωάννου Μόσχου ή Εύκρατά, γεννηθέντος έν Δαμασκω περί τό 545.

Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν "Ηλίου"