Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

Λαϊκή Θεραπευτική


"Θα σ' αρμηνέψω μια γηθειά,
κι όπου τη λες να γιαίνει
μούδε κρυφά να τηνε λες
μούδε λεφτά να παίρνεις".

Οι αρρώστιες για τον πρωτόγονο άνθρωπο ήταν φαινόμενα μεταφυσικά, χτυπήματα αοράτων δυνάμεων, θεϊκών ή κακοδαιμονιών και χρειάζονταν θεραπεία με μεταφυσικά μέσα ( ξόρκια, μαγείες, προσευχές ). Έτσι, η πρώτη θεραπευτική ήταν κοντά στη μαγεία, όπως και οι πρώτοι μάγοι ήταν οι γιατροί-θεραπευτές. Θεράπευαν εκτός από τα βότανα και με την ψυχοβολία, επικαλούμενοι κάποια θεία (επωδή) δύναμη, πράγμα που είχε άμεση ψυχολογική επίδραση. 

Οι Έλληνες ήδη από τα Ομηρικά χρόνια γνώριζαν τις επωδές και τις χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς (Οδύσσεια Τ. 457 "επαοιδή δ' αίμα έσχεθεν = με γητειά σταμάτησε το αίμα"). Είναι γνωστό, επίσης, ότι ο Πυθαγόρας θεράπευε τα ψυχικά και σωματικά πάθη των εταίρων με "ρυθμοίς και μέλεσι και επωδαίς". Η επωδή, δηλαδή το μαγικό τραγούδι, που στην αρχή μάλιστα συνοδευόταν κι από ορχηστρική κίνηση, με τον καιρό άλλαξε μορφή και οι γητειές λέγονται σήμερα "κουβεδιαστά", έτσι που μόνο ένας συγκεχυμένος ψίθυρος ακούγεται κατά την απαγγελία τους. Με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκαν και επωδές καθαρά μαγικές, τις οποίες χρησιμοποιούσαν οι μάγοι και οι μάγισσες που είχαν τη φήμη ότι κατέβαζαν και τα άστρα, όπως λέει και ο Κορνάρος στον Ερωτόκριτο.

Μάταια η εκκλησία πάλεψε με τους αφορισμούς και τους κανόνες να ξεριζώσει την πίστη στις κακοδαιμονίες, στις γηθειές και στα φυλακτά. Ο θεοφοβούμενος λαός του Βυζαντίου παρέλαβε και τα καινούρια φυλακτήρια που του υπέδειξε η εκκλησία και τα υιοθέτησε μαζί με τα παλιά. Έμεινε σταθερός και κράτησε τις παραδόσεις.

Η Κρήτη εξακολουθεί να διατηρεί τα έθιμα και τη δημώδη ιατρική του Βυζαντίου και γιατροπορεύεται με τον πατροπαράδοτο τρόπο, ταυτόχρονα όμως ψάχνει να βρει και ό,τι άλλο θα ήταν χρήσιμο για το πολυτιμότερο αγαθό - την υγεία.

Η Ε. Φραγκάκη στο βιβλίο της "Η δημώδης ιατρική της Κρήτης", αναφέρει τα αίτια, που κατά την αντίληψη των Κρητικών προκαλούν τις ασθένειες. Αυτά είναι : το κακό "αμμάτι", η γλωσσοφαγιά, τα κακά πράματα, οι κατάρες, ο ήλιος, το φεγγάρι, το κρύος, η πεσμαθιά κ.ά. Για τα πάθη αυτά εφαρμόζεται η αγαθοποιός μαγεία (γηθειές), τ' αγιωτικά (διαβαστικά του παπά), κάπνισμα με καλορίζικα, ράντισμα με αγιασμό κτλ. Στις γηθειές της Κρήτης διατάσσεται το κακό να φύγει από τον πάσχοντα και να πάει στον πάτο του γιαλού, στα όρη, στα βουνά και στ' άκαρπα δέντρα.

Για να πιάσει η γηθειά πρέπει να λέγεται από γυναίκα "χερικαρού" (=γυναίκα που έχει καλό χέρι, "ξεφταρμίστρα"). Πολλές φορές με την προσωπικότητα της η γυναίκα αυτή πετυχαίνει εκεί όπου απέτυχαν οι επιστήμονες. Η θεραπευτική της ικανότητα στηρίζεται μονάχα στη δύναμη του θεού, γι' αυτό τα λόγια της ποτέ δε θανατώνουν. Τρέχει όπου την καλούν και δέχεται όποιον χτυπήσει την πόρτα της, αφιλοκερδώς (κατά το "μη κτήσησθε μηδέν χρυσόν μηδέ άργυρον μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας υμών" Ματθ. ί. 8 - 10). Η παράδοση θέλει τη χερικαρού να φορεί μαύρα ή μαύρη ζώνη ή μαύρο τζεμπέρι, να μεταλαβαίνει τη Μ. Πέμπτη, να τρώει αντίδωρο και να χρησιμοποιεί για τις γηθειές τα κατάλληλα "εργαλεία", χρυσό δακτυλίδι, ασημένιο βραχιόλι, μαυρομάνικο μαχαίρι ή δρεπάνι, κλωνάρι ελιάς, αγκίδα λεμονιάς κτλ ανάλογα με το πρόσταγμα του αγίου. Για το σαράντισμα (= λέγεται έτσι γιατί επικαλείται 40 αγίους για την επίτευξη της θεραπείας, "Σαράντα 'γιοι βοηθάνε του το κακό σκορπάτε του"), απαραίτητο θεωρείται το αλάτι γιατί το φοβούνται όλες οι κακοποιές δυνάμεις.

Το Κρασί (ορεινό κρητικό χωριό) ευτύχησε να γνωρίσει αρκετές χερικαρούδες. Εκείνη βέβαια που παραμένει ολοζώντανη στη μνήμη των Κρασανών είναι η 'Ρωφίλη του Βουβού. Μια ευλογημένη από τον θεό γυναίκα, είχε μάλιστα επισκεφτεί τα Ιεροσόλυμα τρεις φορές, πράγμα που τις προσέδιδε ακόμη μεγαλύτερο σεβασμό. Ήταν ντυμένη με τα ταπεινά μαύρα ρούχα της αγρότισσας, φορούσε μια φαρδιά μαύρη φούστα με μπόλικες σούρες κι ένας κοντός σάκος με τσέπες κάλυπτε το πανωκόρμι της. Πάνω από τη φούστα κρεμόταν η υφαντή "μπροστοποδιά", ενώ το κεφάλι της ήταν σφιχτοδεμένο με το μαύρο τσεμπέρι που κατέβαινε χαμηλά και άφηνε ακάλυπτα μόνο τα μάτια της, μαύρα και ζωηρά σαν τα μυστικά της φύσης που ήξερε να ξεκλειδώνει με τις προσευχές και τις γηθειές της. Ζωντανός φορέας μιας πανάρχαιης γνώσης, μια πότνια των αλωνιών και των μικρών λιβαδιών. Διάβαινε τα καλντερίμια του χωριού πότε για να σαραντίσει τους φτωχούς χωρικούς από τη γλωσσοφαϊά και το 'φταρμό, κι άλλοτε πάλι γύριζε τα αλωνάκια και τα κηπούλια του χωριού, για να γητέψει τα γεννήματα της γης από τους ποντικούς και τη "μιαρά" που τ' απειλούσαν... Κι όταν οι ιερουργίες της έπαιρναν τέλος, επέστρεφε στο νοικοκυριό της κι εκεί στο μεγάλο πόρτεγο οι δουλειές που την περίμεναν δεν είχαν τελειωμό. Έπρεπε να "στέσει το τοικάλί για τα κοπέλια", να αλέσει το σιτάρι στον πέτρινο χειρόμυλο για τα περίφημα ζυμωτά της και βεβαίως να αφιερώσει χρόνο και στον αργαλειό για να δει το "ανυφαντικό" της να προοδεύει. Πέθανε ειρηνικά στα βαθιά της γεράματα, όπως ειρηνική υπήρξε ολόκληρη η ζωή της.

Πηγή : Γιούλη Ιεραπετριτάκη, Ιστορικός-Αρχαιολόγος