Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Καθαρτήριο, Άσμα ΙΙ



Είχε ο ήλιος προβάλει στον ορίζοντα, που το ζενίθ του ουράνιου μεσημβρινού πάνω από την Ιερουσαλήμ περνάει, κι η νύχτα, που απ' τ' αντίθετα τραβάει, ξεπρόβαινε απ' τον Γάγγη, πέρα απ' το Ζυγό, όταν από τη μέρα γίνεται πιο μεγάλη, έτσι που, εκεί όπου βρισκόμουνα, τα λευκά και τα ρόδινα της όμορφης αυγής τα μάγουλα γύριζαν χρυσαφιά.

Στεκόμαστε ακόμη πλάι στη θάλασσα, σαν κάποιος που, πριν κάνει βήμα, το εξετάζει, κι ενώ η καρδιά του πάει μπροστά, το σώμα του διστάζει. Και να, όπως ξαφνιάζεται ο Άρης από τους πρωινούς του υδρατμούς και σκοτεινιάζει πάνω από τη θαλασσινή γραμμή, στη Δύση, έτσι μου φάνηκε, αχ και να το ξανάβλεπα, ένα φως, που έτρεχε πάνω στα νερά πιο γοργά παρά που να πετούσε.

Κι όπως τα μάτια μια στιγμή γυρίζω στο δάσκαλό μου για να τον ρωτήσω, το ξαναείδα, πιο φωτεινό και πιο μεγάλο.

Φανήκανε μετά απ' τις δυο πλευρές του δυο σχήματα, άσπρα, αλλόκοτα, κι ανάμεσα τους πρόβαλε, αργά - αργά, εν' άλλο άσπρο σώμα. Ο δάσκαλός μου δε μιλούσε ακόμα, ώσπου τα δύο τ' άσπρα, τ' αλλόκοτα, φανήκανε φτερούγες, και τότε πια ξεχώρισε τον τιμονιέρη, κι έκραξε: 

"Γρήγορα, στα γόνατα σου πέσε. Ειν΄του Θεού ο άγγελος. Τα χέρια εμπρός σου δέσε, τέτοιους θα βλέπεις στο εξής του Θεού αξιωματούχους. Κοίτα τ' ανθρώπινα εργαλεία πώς τα περιφρονεί, ούτε κουπιά χρειάζεται μα ούτε και πανί, μονάχα τις φτερούγες του σε τέτοια διαδρομή. Κοίτα πώς τις τεντώνει κατά τον ουρανό, σκίζοντας τον αέρα με αθάνατο φτερό, που δε μαδάει ποτέ του σαν δέρμα ανθρωπινό".

Κι όπως σιγά-σιγά πλησιάζε, πιο φωτεινό μου φάνταζε το θεϊκό πουλί. Μα από κοντά το μάτι, δε μπόρειε να το δει, γι' αυτό χαμήλωσε. Κι αυτός πλησίασε στην ακτή με καραβάκι ευκίνητο, ελαφρύ, τόσο που μόλις απ' το κύμα είχε βραχεί.

Στην πρύμνη έστεκε ο ουράνιος τιμονιέρης, κι ήτανε χάρμα των ματιών να τον θωρείς. Πάνω από εκατό ψυχές ήτανε μέσα οι καθισμένοι, κι όλοι τραγούδαγαν με μια φωνή: "Κατά την Έξοδο του Ισραήλ εκ της Αιγύπτου" κι όλον τον άλλον τον υπόλοιπο ψαλμό.

Μετά κάνοντας το σημείο του Σταυρού, κι αφού πήδηξαν όλοι στην ακτή, εκείνος έφυγε ως ήρθε, ωσάν την αστραπή...


Δάντης, "Θεία Κωμωδία"