Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Νίκολας Ραίριχ


(9 Οκτωβρίου, 1874 - 13 Δεκεμβρίου, 1947)


Ρώσος συμβολιστής ζωγράφος, ήταν ο πρωτότοκος γιος του δικηγόρου και συμβολαιογράφου Κονσταντίν Ραίριχ και της συζύγου του Μαρίας. Μεγαλωμένος στο άνετο περιβάλλον μιας μεσοαστικής ρωσικής οικογένειας, ο Νίκολας είχε το πλεονέκτημα της συχνής επαφής με συγγραφείς, καλλιτέχνες και επιστήμονες που επισκέπτονταν συχνά την οικογένεια, από τα παιδικά του μόλις χρόνια.

 Μόλις σε ηλικία 9 ετών ακολουθεί τον αρχαιολόγο Ιβανόφσκι στις ανασκαφές του σε ερείπια της περιοχής της Ιζβάρα. Τούτη η περιπέτεια της αποκάλυψης των μυστηρίων του παρελθόντος ανάβει μέσα του μια σπίθα ενδιαφέροντος για την αρχαιολογία, η οποία θα κρατήσει για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Σε νεαρή ηλικία ακόμη έχει τη δική του συλλογή προϊστορικών αντικειμένων, νομισμάτων και ορυκτών και χτίζει το δικό του εργαστήρι για τη μελέτη των φυτών και των δέντρων. Την ίδια εποχή περίπου αποκαλύπτεται και το ταλέντο του στο σχέδιο. 

Στην ηλικία των 16 σκέπτεται πολύ σοβαρά να μπει στη Σχολή Καλών Τεχνών και να συνεχίσει την καριέρα του ως καλλιτέχνης. Ωστόσο, τούτη η επιθυμία του προσωρινά ανακόπτεται, καθώς η άποψη του πατέρα του είναι ότι πρέπει να ακολουθήσει τα δικά του βήματα στη Nομική Σχολή. Ο δρόμος του καλλιτέχνη δεν είναι ο κατάλληλος για ένα υπεύθυνο μέλος της κοινωνίας. Τελικά πατέρας και γιος καταλήγουν σε συμβιβασμό κι έτσι το φθινόπωρο του 1893 ο Νίκολας μπαίνει ταυτόχρονα στη Σχολή Καλών Τεχνών και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αγίας Πετρούπολης.

Μόλις τελείωσε την πτυχιακή του στο πανεπιστήμιο, ο Ραίριχ σχεδίασε ένα ταξίδι στην Ευρώπη για ένα χρόνο, προκειμένου να επισκεφθεί τα διάσημα μουσεία της και τα καλλιτεχνικά εργαστήρια του Βερολίνου και του Παρισιού. Λίγο πριν φύγει, όμως, γνώρισε την Έλενα Σαποσνίκοβα, κόρη του αρχιτέκτονα Σαποσνίκοφ και ανιψιά του συνθέτη Μουσόργκσκι. Οι δύο νέοι ένιωσαν μια αμοιβαία έλξη και όταν ο Νίκολας γύρισε από το ταξίδι του, ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου. Η Έλενα Pαίριχ ήταν μια χαρισματική γυναίκα, ταλαντούχα πιανίστρια και συγγραφέας αρκετών βιβλίων, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται το Θεμέλια του Βουδισμού και η ρωσική μετάφραση του έργου της Ε. Π. Μπλαβάτσκι Μυστική Δοξασiα. Η συλλογή της Γράμματα σε δύο τόμους είναι ένα παράδειγμα των στοχασμών που αντάλλαξε με αρκετούς φίλους, εχθρούς και συνεργάτες αντάμα. Αργότερα ο Νίκολας και η Έλενα Pαίριχ ίδρυσαν τον Οργανισμό της Άγκνι Γιόγκα, με τον οποίο φιλοδοξούσαν να αγκαλιάσουν και να συνθέσουν τις φιλοσοφίες και τις θρησκευτικές διδασκαλίες όλων των εποχών.

Ωστόσο, το νέο νοικοκυριό χρειαζόταν και σταθερό επάγγελμα. Έτσι, ο Νίκολας έκανε αίτηση και πήρε τη θέση του Γραμματέα της Σχολής που διέθετε η Εταιρία για την Ενθάρρυνση της Τέχνης. Αργότερα έγινε πρόεδρος και τούτη ήταν η πρώτη από τις πολλές θέσεις που κατέλαβε ο Pαίριχ ως δάσκαλος και ομιλητής για τις τέχνες. Με τη δουλειά του κατόρθωσε να βγάλει τη Σχολή από την ακαδημαϊκή μετριότητα, εισάγοντας ένα σύστημα εκπαίδευσης στην τέχνη επαναστατικό ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα η διδασκαλία των τεχνών - όπως η ζωγραφική, η μουσική, το τραγούδι, ο χορός, το θέατρο - και οι αποκαλούμενες «βιομηχανικές τέχνες» - όπως η κεραμική, η ζωγραφική σε πορσελάνη και το μηχανικό σχέδιο - γίνεται κάτω από την ίδια στέγη σε ένα ευέλικτο και αποδοτικό πρόγραμμα σπουδών. Τούτη η γονιμοποιητική διασταύρωση των τεχνών είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο σκεπτόταν ο Νίκολας Ραίριχ.

Το 1902 οι Ραίριχ γιόρτασαν τη γέννηση του πρώτου γιου τους, Γεώργιου. Την ίδια εποχή ζωγράφισε και τα πρώτα του θρησκευτικά θέματα. Aνάμεσά τους τον Τελευταίο Άγγελο και τη Φλεγόμεvn Kάμιvο, θέματα στα οποία επέστρεψε αρκετές φορές σε μεταγενέστερες περιόδους. Σε πολλές περιπτώσεις, επίσης, αναφέρεται στο «θησαυρό», όπως στο Θησαυρός του Βουνού ή το Kρυμμένος Θησαυρός κ.λπ. Είναι ξεκάθαρο πως ο θησαυρός του δεν είναι υλικός. Αναφέρεται σε κρυμμένους πνευματικούς θησαυρούς, διαθέσιμους ωστόσο σε εκείνους που επιθυμούν να τους ξεθάψουν.

 Τον Μάιο του 1923 οι Ραίριχ ξεκίνησαν το ταξίδι τους για την Ινδία. Το Δεκέμβριο του 1923 άρχισαν μια περιοδεία σε πολιτιστικά κέντρα, συνάντησαν ινδούς επιστήμονες, ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες και συγγραφείς. Τέλος Δεκεμβρίου βρίσκονταν ήδη στο Σικίμ, στις νότιες πλαγιές των Ιμαλαϊων. Και μόνο από την ταχύτητα προσέγγισής τους φαίνεται πως τα Ιμαλάια ήταν εξαρχής το πρωταρχικό ενδιαφέρον τους. Από εκεί ξεκίνησαν τις εξερευνήσεις που τους έφεραν στο κινεζικό Τουρκεστάν, τα Αλτάι Όρη, τη Μογγολία και το Θιβέτ. Ήταν μια αποστολή σε αχαρτογράφητες περιοχές, στις οποίες σχεδίαζαν να μελετήσουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, τις γλώσσες και τον πολιτισμό των ιθαγενών κατοίκων.

Οι εντυπώσεις του Ραίριχ για αυτή την πρώτη αποστολή στην Κεντρική Ασία βρίσκονται στο βιβλίο του, Η Καρδιά της Ασίας. Με τη ζωντανή του αφήγηση δημιουργεί έντονες εικόνες στον αναγνώστη για τα θαύματα αυτής της χώρας. Όμως, οι εικόνες πουθενά δεν είναι τόσο ζωντανές, όσο στους 500 πίνακες που προέκυψαν από τούτη τη διαδρομή. 

Στο έργο του Το Μεγάλο Πνεύμα των Ιμαλαϊων και σε άλλα της ίδιας σειράς, συναντάμε σύμβολα και φιλοσοφικές έννοιες που αποκαλύπτουν το μεγαλείο της Β. Ινδίας και της οροσειράς των Ιμαλαΐων. Στο Mοvοπάτι η μορφή του Χριστού οδηγεί μέσα από τις κορφές και τα απόκρημνα βράχια της οροσειράς, όντας μια μεταφορά για τα επικίνδυνα εμπόδια που συναντά ο ταξιδιώτης στο πνευματικό του ταξίδι. Με τον ίδιο τρόπο σε άλλα έργα του εμφανίζονται μορφές όπως ο Κύριος Μαϊτρέγια, ο Ρίγκτεν Τζιέπο της Μογγολίας ή ο Λευκός Μπουριάν των Αλτάι. Όλες αυτές οι μορφές είναι συνδεδεμένες με το μύθο του Κυβερνήτη της Σαμπάλα, «ο οποίος είναι προορισμένος να εμφανιστεί στη γη για την τελική αναμέτρηση, την ανανέωση της δημιουργίας και την αποκατάσταση της αγνότητας». 

Το μονοπάτι ήταν σκληρό και επικίνδυνο. Ο Ραίριχ διέσχισε 36 ορεινά περάσματα, κινούμενος σε υψόμετρο 6.000 έως 7.000 μ., πολύ κοντά στην αποκαλούμενη «ζώνη θανάτου». Πίστευε πως η τραχύτητα των βουνών βοηθούσε τον άνθρωπο να βρει το χαμένο του κουράγιο και να αναπτύξει πνευματική δύναμη. Παρόλα τα εμπόδια, όπου κι αν βρέθηκαν, η πίστη των Ραίριχ στην ουσιαστική καλοσύνη της ζωής και την πνευματικότητα του ανθρώπου ενισχύθηκε. Τα Λάβαρα της Avατολής, μια σειρά από 19 πίνακες, απεικονίζουν τους παγκόσμιους θρησκευτικούς ηγέτες, δίνοντας έμφαση στην ενότητα του θρησκευτικού μόχθου και των κοινών ριζών της ανθρώπινης πίστης.

Κεντρική μορφή των θεμάτων του Ραίριχ φαντάζει επίσης η γυναίκα και ο ρόλος της στην επερχόμενη νέα εποχή για την ανθρωπότητα. Οι απόψεις του αντανακλώνται σε αυτά που έγραψε η Έλενα Ραίριχ σε ένα φίλο το 1937:  

«...η γυναίκα θα έπρεπε να συνειδητοποιήσει ότι μέσα της υπάρχουν όλες οι δυνάμεις. Από τη στιγμή που θα αποτινάξει την αρχαία ύπνωση της φαινομενικά νόμιμης υποταγής της και νοητικής κατωτερότητας και ασχοληθεί με τη σφαιρική εκπαίδευσή της, σε συνεργασία με τον άνδρα θα δημιουργήσει ένα νέο κόσμο... ο Κόσμος επιβεβαιώνει το μεγαλείο της δημιουργικής αρχής στη γυναίκα. Η γυναίκα είναι η προσωποποίηση της φύσης και είναι η φύση που διδάσκει τον άνθρωπο και όχι το αντίθετο».

Στο τέλος αυτής της μεγάλης εξερεύνησής της η οικογένεια εγκαταστάθηκε το 1928 στην κοιλάδα Κούλου, σε υψίπεδο 2.000 μέτρων, σε ένα σημείο με εκπληκτική θέα της κοιλάδας και των κορυφών που την περιέβαλαν. Εκεί εγκατέστησαν το νοικοκυριό τους και την έδρα του Ινστιτούτου Έρευνας των Ιμαλαίων Ουρουσβάτι, το οποίο οργανώθηκε για να μελετήσει τα αποτελέσματα των ερευνών της αποστολής, καθώς και των οποιωνδήποτε μελλοντικών αποστολών. Οι δραστηριότητες του Ινστιτούτου περιελάμβαναν βοτανικές και εθνολογικές-γλωσσολογικές σπουδές, καθώς και την εξερεύνηση αρχαιολογικών τόπων. Υπό την καθοδήγηση του πατέρα τους οι δύο γιοι του Ραίριχ, ο Γεώργιος και ο Σβέτοσλαβ, δημιούργησαν μια συλλογή φαρμακευτικών βοτάνων, κάνοντας παράλληλα εκτεταμμένες μελέτες στη βοτανική και την παραδοσιακή ιατρική, όπως και για τη θιβετανική και κινεζική φαρμακοποιία.

Τον επόμενο χρόνο ο Ραίριχ επέστρεψε στη Νέα Υόρκη για το άνοιγμα του Μουσείου Ραίριχ. Εκεί, χρησιμοποιώντας τον Ερυθρό Σταυρό ως παράδειγμα, πρότεινε μια παγκόσμια συνθήκη για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και κατά τη διάρκεια της ειρήνης και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Συμβουλευόμενος δικηγόρους έφτιαξε το προσχέδιο μιας Διεθνούς Σύμβασης και ενός συμβόλου, του Λάβαρου της Ειρήνης. Το Λάβαρο της Ειρήνης δείχνει τρεις σφαίρες που περιβάλλονται από έναν κύκλο. Οι τρεις σφαίρες συμβολίζουν τη Θρησκεία, την Τέχνη και την Επιστήμη ως όψεις του Πολιτισμού, ο οποίος συμβολίζεται με τον περιβάλλοντα κύκλο. Τούτο το σύμβολο υπάρχει στη σφραγίδα του Ταμερλάνου, στη θιβετανική, καυκασιανή και σκανδιναβική κοσμηματοποιία, όπως επίσης σε ρωμαϊκά και βυζαντινά έργα τέχνης. Σε τούτο το σύμβολο και τη ρήση Pax Cultura (Πολιτιστική Ειρήνη), αποτυπώνεται το όραμα του Ραίριχ για την ανθρωπότητα. Όπως έγραψε:

«Ας είμαστε ενωμένοι! Θα ρωτήσετε με ποιο τρόπο; Θα συμφωνήσετε μαζί μου, με τον απλούστερο τρόπο της κοινής και ειλικρινούς γλώσσας. Ίσως στην Ομορφιά και τη Γνώση».

Οι προσπάθειές του οδήγησαν τελικά, τον Απρίλιο του 1936, στην υπογραφή της Συνθήκης Ραίριχ από όλα τα μέλη-κράτη της Παναμερικανικής Ένωσης στον Λευκό Οίκο της Ουάσινγκτον. Τούτη η συνθήκη είναι ακόμη εν ισχύ, ενώ πολλά άτομα, ομάδες και οργανισμοί προσπαθούν να προωθήσουν την κεντρική ιδέα της. Μάλιστα, για όλες αυτές τις προσπάθειές του προτάθηκε και ως υποψήφιος για το Νομπέλ Ειρήνης. Αργότερα ο μεγάλος ταξιδευτής επέστρεψε στο Κούλου. Πέθανε στις 13 Δεκεμβρίου του 1947. Το σώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάκτες του θάφτηκαν σε μια πλαγιά των βουνών που τόσο αγάπησε και απεικόνισε στα περισσότερα από τα 7.000 έργα που άφησε πίσω του.