Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Μύηση IV (Β' Μέρος)


Μπορείς συνεπώς να αντιληφθείς πόσο η μύηση αυτή της Σταύρωσης, την οποία ο Χριστιανικός κόσμος έχει οικειοποιηθεί, είναι κατά πολύ ευρύτερη στις συνέπειες της από ό,τι υποθέτεις. Όμως, η οικειοποίηση αυτή ήταν σκόπιμη σύμφωνα με το θείο σχέδιο της Ιεραρχίας, γιατί πάντοτε κάποιος μεγάλος Εκπαιδευτής – δια της ζωής και της διδασκαλίας του – θα επισύρει προσοχή σε κάποια ιδιαίτερη μύηση. Ο Βούδας πχ. στις Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες, βεβαίωσε τη βαθμίδα πάνω στην οποία ο μυημένος της τρίτης μύησης λαμβάνει τη θέση του. Δεν επιθυμεί πλέον τίποτα προσωπικής φύσεως, έχει ελευθερωθεί από τους τρεις κόσμους. Ο Χριστός απεικόνισε για εμάς και υπογράμμισε την τέταρτη μύηση με τη φοβερή της Μετάσταση από τον Σταθερό Σταυρό προς το Όρος της Αναλήψεως, σύμβολο μεταστάσεως, δια μέσου της μυήσεως.

Η εμπειρία αυτής της μύησης φέρει στο κατώφλι της συνείδησης του μυημένου την αιφνίδια αναγνώριση ότι η ψυχή, το εγωικό σώμα στο δικό του επίπεδο, αυτό που επί αιώνες θεωρούσε πηγή της ύπαρξης του, οδηγό και σύμβουλο, δε χρειάζεται πια. Η σχέση του, σαν προσωπικότητα εμποτισμένη από την ψυχή, είναι τώρα απευθείας με τη Μονάδα. Νοιώθει απόκληρος και έτοιμος να φωνάξει, όπως ο Διδάσκαλος Ιησούς:

«Θεέ μου, Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;»

Προβαίνει στην αναγκαία απάρνηση και το αιτιατό σώμα, το σώμα της ψυχής, εγκαταλείπεται. Η πράξη αυτή της απάρνησης σημειώνει τη στιγμή κατά την οποία ο μαθητής δεν έχει τίποτα μέσα του που να τον συνδέει με τους τρεις κόσμους της ανθρώπινης εξέλιξης. Προτιμώ τη λέξη «απάρνηση» από τη «σταύρωση» επειδή η τελευταία απλώς υπογραμμίζει την οδύνη που υφίσταται ο μυημένος καθώς απαρνείται παν ό,τι είναι υλικής φύσεως και καθίσταται ένα μόνιμο και αμετάβλητο μέλος του πέμπτου βασιλείου της φύσεως, του βασιλείου του Θεού, που ονομάζουμε Ιεραρχία. Μην ξεχνάς ότι οι τρεις κόσμοι της συνήθους εξέλιξης αποτελούν τα παχυλά φυσικά υποπεδία του κοσμικού φυσικού πεδίου.

Εάν είναι αληθές το ότι η αίσθηση του χρόνου είναι η απάντηση του εγκεφάλου σε μια διαδοχή καταστάσεων συνείδησης ή γεγονότων και αν είναι εξίσου αληθές ότι για την ψυχή δεν υφίσταται τέτοιος παράγων στη συνείδηση, όπως ο χρόνος αλλά γνωστό είναι μόνο το Αιώνιο Τώρα, τότε οι τρεις κόσμοι του ενσαρκωμένου όντος αποτελούν μια μονάδα εμπειρίας στη ζωή της ψυχής, μια εμπειρία που τερματίζεται κατά τη σταύρωση. Κάθε μυημένος που προβαίνει σε τούτη την απάρνηση είναι σε θέση να πει μαζί με τον Πρώτο από την ανθρωπότητα που το είπε: 

«Καγώ εάν υψωθω εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν»

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι ο Διδάσκαλος Ιησούς έλαβε τη μύηση της Απαρνήσεως ενώ ταυτόχρονα ο Χριστός ανυψώθηκε στην έβδομη μύηση, τη μύηση της Αναστάσεως. Έτσι, οι δύο ιστορίες των δύο μεγάλων αυτών Μαθητών είναι παράλληλες – ο Ένας τόσο πρόθυμα εξυπηρέτησε τον Μεγαλύτερο και ο Χριστός υπέταξε τη Θέληση Του στη θέληση του εν τοις ουρανοίς Πατρός Του.

Κατά την εμπειρία των τριών πρώτων φάσεων της μυητικής διαδικασίας, ο μυημένος απορρίπτει τον έλεγχο των ενεργειών που εδρεύουν στα τρία κάτω του διαφράγματος κέντρα. Απαρνείται τη χρησιμοποίηση τους για ιδιοτελείς λόγους. Το κέντρο της βάσης έχει δεχθεί και διαμοιράσει την ενέργεια της αυτοβουλίας (της θέλησης του κατώτερου εαυτού), έχει εκκενωθεί και παραμένει έτοιμο για τη λήψη της ανωτέρας θελήσεως, η οποία θα διαχυθεί μέσα σε αυτήν από το ανώτατο κέντρο της κεφαλής. Το κέντρο των γεννητικών οργάνων βρίσκεται επίσης υπό έλεγχο, έναν έλεγχο που συνδέεται με τη διεύθυνση του κέντρου του λαιμού και τη διατήρηση της ζωής επί του φυσικού πεδίου, αν ο μυημένος επιλέξει να ενσαρκωθεί για σκοπούς υπηρεσίας. Το κέντρο του ηλιακού πλέγματος, που έχει δεχθεί και διαμοιράσει την ενέργεια του αστρικού πεδίου, την ενέργεια των επιθυμιών και των συγκινήσεων, καθαρίζεται συνάμα και εξαγνίζεται. Η ενέργεια του μετουσιώνεται σε μια τέτοια έκταση, ώστε μπορεί να περιέλθει κάτω από τον πλήρη έλεγχο του κέντρου της καρδιάς, το οποίο στο εξής και μέχρι την έβδομη μύηση, είναι το «κέντρο με το οποίο ο μυημένος επιτελεί τις ιεραρχικές του υποχρεώσεις». Συνεπώς, κατά τη Μεγάλη Απάρνηση, τα τρία κατώτερα κέντρα φτάνουν σε ένα σημείο απολύτου εξαγνίσεως ή μιλώντας συμβολικά, απολύτου κενότητας. Είναι απλώς αγνά δοχεία για τις ενέργειες των τριών ανωτέρων κέντρων. Τα τρία κατώτερα κέντρα συνδέονται με τους τρεις κόσμους της προσωπικής εξέλιξης. Τα τρία ανώτερα συνδέονται με το ιεραρχικό έργο και είναι κάτω από τον έλεγχο του μυημένου, έναν έλεγχο ο οποίος γίνεται όλο και περισσότερο τέλειος μέχρι τη μύηση της Ανάστασης. Κατά τη μύηση αυτή, δε χρειάζονται πια. Ο Διδάσκαλος δεν έχει ανάγκη την ενέργεια των κέντρων και η συνείδηση Του υπερβαίνεται και μεταμορφώνεται σε έναν τύπο επίγνωσης για τον οποίο τίποτα δε γνωρίζουν όσοι δεν έχουν λάβει ακόμη αυτή τη μύηση. Αν επιλέξει να λάβει έναν φυσικό φορέα, όπως πολλοί θα θελήσουν όταν επανεμφανισθεί ο Χριστός και η Ιεραρχία εξωτερικευθεί επί της Γης, ο Διδάσκαλος θα «δρα εκ των άνω προς τα κάτω» και όχι «εκ των κάτω προς τα άνω». Δε θα έχουν συνεπώς ανάγκη κέντρων επί των αιθερικών επιπέδων του πλανητικού μας φυσικού πεδίου.

Κατά την τέταρτη αυτή μύηση, ο μυημένος αρχίζει να δρα εξ ολοκλήρου πάνω στο τέταρτο πεδίο, στα βουδικά επίπεδα του κοσμικού φυσικού πεδίου, δηλαδή το ενορατικό πεδίο. Ένεκα της διαρκούς μετάστασης της «ζωντανής εστίασης» του μυημένου – που ανυψώνεται έξω από τους τρεις κόσμους προς το βουδικό πεδίο – η ιδέα της Ανάστασης παρεισέφρυσε στη Χριστιανική Διδασκαλία, έτσι ώστε η μύηση της Σταύρωσης παρουσιάζεται ως προηγούμενη της μύησης της Ανάστασης. Αυτό δε συμβαίνει στην πραγματικότητα, παρά μόνον κατά ένα μικρότερο βαθμό και σαν σύμβολο μελλοντικής εμπειρίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ιδέα της θυσίας υπεισήλθε σε όλη τη διδασκαλία των μυήσεων της Σταύρωσης και της Ανάστασης, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Αυτή είναι μια ιδέα θυσίας που συνδέεται με την έννοια του πόνου, της αγωνίας, της οδύνης και του θανάτου. Όμως η αληθινή ρίζα της λέξης δίνει την αληθινή της σημασία: "Sacer" = καθιστώ άγιο (αγιοποιώ). Αυτό συμβαίνει αληθινά στον μυημένο. «Αγιοποιείται». «Παραμερίζεται» για πνευματική ανάπτυξη και υπηρεσία. Χωρίζεται από ό,τι είναι φυσικό, υλικό, μεταβιβάσιμο και παρεμποδιστικό, παγιδευτικό και καταστρεπτικό. Μαθαίνει να καθορίζει την Πληρότητα, η οποία είναι το πνευματικό του δικαίωμα και προνόμιο. Η ομορφιά της ερμηνείας αυτής της μυήσεως και η ανταμοιβή για εκείνους που επιχειρούν να εισδύσουν στην αληθινή της έννοια είναι ανείπωτη. Απαιτείται ωστόσο η διδασκαλία και της Ανατολής και της Δύσης για να φτάσεις στην αληθινή της κατανόηση.

Στο βουδικό ή ενορατικό πεδίο, η φύση του νου χάνει πλέον τον έλεγχο της πάνω στον μυημένο. Η ενόραση, ο καθαρός Λόγος, η πλήρης γνώση που φωτίζεται από τον στοργικό σκοπό του θείου Νου καταλαμβάνει πλέον τη θέση του και ο μυημένος ζει στο εξής στο φως ορθής και ευθείας γνώσης, που εκφράζεται σαν σοφία σε όλες τις υποθέσεις, απ’ όπου και οι τίτλοι του Διδασκάλου της Σοφίας ή Κυρίου της Συμπόνοιας, που δίδονται σε Εκείνους που έχουν λάβει την τέταρτη και Πέμπτη μύηση. Ο Διδάσκαλος εργάζεται από το βουδικό πεδίο επίγνωσης. Στο πεδίο αυτό ζει τη ζωή Του, αναλαμβάνει την υπηρεσία Του και προωθεί το Σχέδιο στους τρεις κόσμους και για τα τέσσερα βασίλεια της φύσης. Γίνεται, λοιπόν, φανερό σ’ εσένα γιατί η τέταρτη μύηση διέπεται από την τέταρτη Ακτίνα της Αρμονίας μέσω Διαμάχης. Η εναρμόνιση των κατώτερων κέντρων με τα ανώτερα, η εδραίωση ορθών σχέσεων μεταξύ των τριών κόσμων της ανθρώπινης εξέλιξης και του βουδικού πεδίου και η υπηρεσία αποκατάστασης ορθών ανθρώπινων σχέσεων, όλα αυτά είναι μερικά από τα αποτελέσματα που τώρα μπορείς να συλλάβεις θεωρητικά και τα οποία θα κατανοήσεις πρακτικά μια μέρα μέσα από τη δική σου εμπειρία.

Με αυτή την ενέργεια ακτίνας εργάζεται ο μυημένος καθώς προβαίνει στη Μεγάλη Απάρνηση και ως εκ τούτου μεταφέρεται στον Ενεργειακό Σταυρό των ουρανών. Αυτή είναι η ενέργεια που του επιτρέπει να ζει στο Αιώνιο Τώρα. Όμοια με τον Χριστό, όταν ζητά να υπηρετήσει την ανθρωπότητα «κατέρχεται στην κόλαση», η οποία είναι η κόλαση του υλισμού και της ζωής του φυσικού πεδίου. Διαβάζουμε στη Χριστιανική διδασκαλία ότι «ο Χριστός κατήλθε στον Άδη και δίδαξε τα πνεύματα που είναι φυλακισμένα» επί τρεις μέρες. Αυτό σημαίνει ότι εργάστηκε με την ανθρωπότητα στους τρεις κόσμους για μια σύντομη χρονική περίοδο. Η ίδια ιδέα εργασίας στους τρεις κόσμους της ύπαρξης επί του φυσικού πεδίου (με κοσμική έννοια) ενσωματώνεται στη φράση που συναντάται στην Καινή Διαθήκη ότι «το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν εώς κάτω». Αυτό είναι το καταπέτασμα το οποίο, μιλώντας συμβολικά, διαιρεί ή κλείει έξω την ανθρωπότητα από τη συμμετοχή στο βασίλειο του Θεού. Το καταπέτασμα εσχίσθη από τον Χριστό, ο οποίος προσέφερε έτσι μια μοναδική υπηρεσία τόσο στην ανθρωπότητα όσο και στην πνευματική Ιεραρχία.

Θα ήθελα να σου ζητήσω να στοχαστείς πάνω στη μύηση της Απάρνησης και να θυμάσαι στην καθημερινή σου ζωή ότι αυτή η διαδικασία της απάρνησης, η οποία συνεπάγεται τη σταύρωση του κατώτερου εαυτού, γίνεται μόνο δυνατή με την άσκηση της καθημερινής αποσπάσεως. Η λέξη «απόσπαση» είναι ένας όρος της Ανατολής για τη δική μας «απάρνηση». Θα σου ζητήσω επίσης, όσο περίεργο και αν σου φαίνεται, να συνηθίσεις στη σταύρωση. Επέτρεψε στον εαυτό σου να συνηθίσει στην οδύνη με απόσπαση, γνωρίζοντας ότι η ψυχή δεν υποφέρει καθόλου και ότι δεν υπάρχει πόνος ή αγωνία για τον Διδάσκαλο ο Οποίος έχει επιτύχει την απελευθέρωση.

Δέηση μου και ευχή μου, όπως ο προορισμός σου είναι καθαρός στην όραση σου και όπως η δύναμη της καρδιάς σου μπορέσει να είναι ανάλογος προς το εγχείρημα τούτο.

Alice A. Bailey, "Οι Ακτίνες και οι Μυήσεις"